Ένα κορίτσι 15 ετών πέφτει θύμα βιασμού, μετά δυο χρόνια βρίσκεται νεκρή στην τουαλέτα του σπιτιού της

Το να είσαι έφηβος είναι μερικές φορές εξαιρετικά σκληρό και πάντα αυτή είναι μια δύσκολη περίοδος στη ζωή ενός ανθρώπου.

Το σώμα σου αλλάζει και αγωνίζεσαι να ανακαλύψεις τον εαυτό σου. Επίσης, η γνώμη των άλλων μετράει υπερβολικά και δρα καταλυτικά στη ψυχολογία σου και στην αυτοπεποίθησή σου.

Ίσως κάποιοι να θυμούνται τα χρόνια της εφηβείας ευχάριστα, αλλά κάποιοι άλλοι σίγουρα θα ήθελαν να διαγράψουν από τη μνήμη τους όλη εκείνη τη διαδρομή που τελειώνοντας από το δημοτικό, μπήκαν στο γυμνάσιο και μετά στο λύκειο, μην βλέποντας την ώρα πότε θα ρίξουν μαύρη πέτρα πίσω τους για να γλυτώσουν από τα βασανιστήρια.

Γιατί; Επειδή τα παιδιά μπορεί να γίνουν πολύ απαίσια, εκδηλώνοντας απίστευτα επιθετικές συμπεριφορές το ένα προς το άλλο χωρίς να έχουν ακόμη την κρίση και την ωριμότητα της συναίσθησης των πράξεών τους.

Ένα τραγικό παράδειγμα

Η Ρεϊτέα Πάρσονς από το Ντάρθμουθ της Νέας Σκωτίας στον Καναδά ήταν μόλις 15 ετών όταν πήγε σε ένα πάρτι με μια φίλη της. Δυστυχώς όμως το πάρτι αυτό θα γινόταν το σκηνικό μιας κατάστασης τρόμου που θα συγκρινόταν μόνο με κόλαση για τη νεαρή κοπέλα.

Η βραδιά θα μπορούσε να ήταν μια ευκαιρία κοινωνικής συναναστροφής αλλά αποδείχθηκε μια τραγωδία.

Εκείνο το βράδυ η Ρεϊτέα έπεσε θύμα βιασμού από τέσσερις συμμαθητές της. Σαν να μην έφτανε αυτό, ο ένας τους φωτογράφισε όλη την πράξη και έδειξε τις φωτογραφίες του άτυχου κοριτσιού σε ολόκληρο το σχολείο.

Αρχικά η κοπέλα δεν τόλμησε να πει στη μητέρα της τη Λία τι ακριβώς είχε συμβεί αλλά μερικές μέρες αργότερα έσπασε τη σιωπή της.

Εκείνη έτρεξε αμέσως την κόρη της στο νοσοκομείο αλλά εκεί πολύ λίγο ενδιαφέρθηκαν να τη βοηθήσουν. Με τον ίδιο σχεδόν τρόπο αντιμετώπισε το περιστατικό και η αστυνομία.

Δεν ενδιαφέρθηκαν να βρουν και να ανακρίνουν τα αγόρια για το τι έγινε εκείνη τη νύχτα και δεν αναζήτησαν το κινητό τηλέφωνο στο οποίο είχαν καταγραφεί όλες οι σκηνές από τον βιασμό, που ουσιαστικά ήταν το μόνο αδιάσειστο πειστήριο κατά των βιαστών.

Έτσι εκείνοι είχαν όλον τον χρόνο να συνεργαστούν μεταξύ τους και να συμφωνήσουν πως θα αρνηθούν τα πάντα.

Μετά από περίπου έναν χρόνο η υπόθεση μπήκε στο αρχείο λόγω ελλείψεως αποδεικτικών στοιχείων.

Στο μεταξύ, η ζωή της Ρεϊτέα είχε γίνει κόλαση. Δεχόταν πειράγματα και λεκτικές επιθέσεις τόσο στο σχολείο όσο και στο διαδίκτυο, ενώ ακόμη και οι φίλες της είχαν αλλάξει στάση απέναντί της.

Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο της υπενθύμιζαν τι είχε συμβεί χωρίς να μπορεί να βρει ηρεμία για να προχωρήσει μπροστά στη ζωή της.

Για παράδειγμα, λάμβανε μηνύματα από άγνωστους που της ζητούσαν διάφορα και της έκαναν ανήθικες προτάσεις υπονοώντας πως ήταν εκείνη δεκτική για όλα, καταρρακώνοντας έτσι την προσωπικότητά της.

Κάθε μέρα που ξημέρωνε ήταν ένα μαρτύριο χωρίς να ξέρει καν ποια καινούργια πρόκληση θα είχε να αντιμετωπίσει.

«Δεν την άφηναν ποτέ ήσυχη. Έπρεπε να φύγουμε. Οι φίλοι της είχαν στραφεί εναντίον της. Την παρενοχλούσαν χωρίς να έχει σταματημό», είπε η μητέρα της Ρεϊτέα μιλώντας στο CBS.

Είχε κατάθλιψη και ήταν απομονωμένη στον εαυτό της. Σταδιακά τα πράγματα έγιναν τόσο άσχημα που δεν ήθελε πια να ζει.

Να τι έγραψε στη σελίδα της στο Facebook στις 3 Μαρτίου 2013:

«Στο τέλος δεν θα θυμόμαστε τα λόγια των εχθρών μας χωρίς τη σιωπή των φίλων μας.»

Δεκαεπτά μήνες μετά την επίθεση, η Ρεϊτέα έκανε απόπειρα αυτοκτονίας στην τουαλέτα του σπιτιού της.

Όταν την αναζήτησε η μητέρα της ήταν ήδη πολύ αργά.

Στο νοσοκομείο διαγνώστηκαν σοβαρές εγκεφαλικές βλάβες. Λίγες μέρες μετά, οι γονείς της αποφάσισαν να διακόψουν τη μηχανική υποστήριξη που την κρατούσε στη ζωή καθώς οι πιθανότητες ανάκαμψης ήταν ιατρικά μηδενικές.

Η αστυνομία δεν είχε προχωρήσει μέχρι τότε σε καμία σύλληψη ή απαγγελία κατηγορίας.

Ο πατέρας της Ρεϊτέα, ο Γκλεν Κάνινγκ, είπε πως η κόρη του έχασε τη ζωή της εξαιτίας της απογοήτευσης και όχι επειδή είχε υποστεί αυτές καθ’ αυτές τις πράξεις της κακοποίησης ή τα μέχρι θανάτου πειράγματα των άλλων.

Κανένας από τις επίσημες αρχές, το σχολείο της ή την αστυνομία δεν έκανε κάτι ουσιαστικό για να την προστατεύσει και να τη βοηθήσει.

Έχουμε ευθύνη

Συχνά πυκνά ακούμε ιστορίες παιδιών που γίνονται θύματα μιας επαναλαμβανόμενης επικριτικής συμπεριφοράς από το περιβάλλον τους. Μόνα τους είναι ανήμπορα να ζητήσουν ή να δεχθούν την υποστήριξη που χρειάζονται.

Οι γονείς τους ίσως να κάνουν ό,τι μπορούν, αλλά αυτό δεν φτάνει. Θα πρέπει και άλλοι να έχουν τα μάτια και τα αυτιά τους ανοιχτά και να κάνουν τη δουλειά τους σωστά και με ενδιαφέρον.

Όλοι θα μπορούσαμε κάποτε να βρεθούμε σε μια πολύ δυσάρεστη κατάσταση και να πέσουμε θύματα εγκληματιών ή άλλων που θεωρούν ότι μπορούν να εκδηλώνουν τα απάνθρωπα συναισθήματά τους εναντίον μας.

Αν αδιαφορούμε, αν δεν κάνουμε κάτι να προλάβουμε ή να αποτρέψουμε τέτοια συμβάντα με τρόπο που είναι ο πιο κατάλληλος και ενδεδειγμένος τότε αύριο το κακό θα έρθει στο δικό μας σπίτι.

Η ιστορία αυτή περιγράφει ένα γεγονός που έγινε στο εξωτερικό αλλά πιστεύει κάποιος ότι τέτοια πράγματα δεν γίνονται στην πατρίδα μας την Ελλάδα; Και εδώ έχουν αυτοκτονήσει παιδιά επειδή ένιωσαν τον εξευτελισμό, την αδιαφορία και ήρθαν σε απόγνωση. Αύριο μπορεί να είναι το δικό μας παιδί.

Ειδικά όποιοι είναι σε θέση ευθύνης, καθηγητές, διευθυντές, αστυνομικοί, κλπ, θα πρέπει να παίρνουν τη δουλειά τους πολύ σοβαρά. Ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, στα προβλήματά τους και στα θέματα που αντιμετωπίζουν. Ρωτήστε πώς αισθάνονται, βοηθήστε διακριτικά αφού ζητήσετε ίσως τη βοήθεια πιο ειδικού, δώστε το παράδειγμα αλλά προ πάντων ενδιαφερθείτε.

Ακόμη και ένας άνθρωπος να σωθεί ή να γίνει καλύτερος είναι κέρδος για όλους μας.

Αν θέλετε, κοινοποιήστε αυτό το άρθρο για να περάσουμε το μήνυμα πως στεκόμαστε όλοι αρωγοί στα θύματα βιασμού, κακοποίησης ή εκφοβισμού και πως η κοινωνία μας δεν είναι δυνατόν να ανέχεται ατιμώρητες τέτοιες συμπεριφορές!

 

Διαβάστε περισσότερα